Αναπαράσταση, επανόρθωση, παρρησία
Στα κουκλόσπιτα του Μάριο Μπανούσι
19 July 2025
Dimitris Papanikolaou University of Oxford

Still from Taverna Miresia - Mario, Bella, Anastasia (2023)
Στον κόσμο του Μάριο Μπανούσι, όλα τα έχεις ξαναδεί – κι είναι αυτή μια μνήμη που, το ξέρεις, είναι κοινή. Το καλοστρωμένο κρεβάτι, η στάση του σώματος ενός μεγαλύτερου ανθρώπου στην καρέκλα με το χέρι στο τραπέζι, η μάνα που τη βρίσκεις να κάθεται στο ημίφωτο, σχεδόν στο σκοτάδι, το κεντημένο τραπεζομάντιλο, η τηλεόραση που παίζει χαμηλόφωνα για ώρες, οι στοίβες καλοδιπλωμένα πλυμένα ρούχα, ο ιδρώτας. Αυτήν τη σιωπή, επίσης, την ξέρεις, την ακούς τόσο συχνά στα σπίτια που έχουμε μάθει να χτίζουμε την οικογενειακή μας οικειότητα, αυτήν τη σιωπή που είναι αργή, κολλώδης, γεμάτη μνήμες, που περιέχει όσα δεν λέγονται κι όμως είναι σαν να έχουν λεχθεί, αυτήν τη σιωπή που δεν ακυρώνει τον λόγο: τον υπερπεριέχει, αυτήν τη σιωπή που είναι βαλίτσα, μπαούλο, αρχείο, αποθήκη συναισθημάτων. Κι εκεί κάπου καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά είναι τόσο πολύ οικεία, αλλά και τόσα πολλά, τόσο συσσωρευμένα, τόσο σταχωμένα και έτοιμα να ξεχυθούν, που καταλήγουν παράξενα, ανοίκεια.
Γιατί στον κόσμο του Μάριο Μπανούσι, σ’ αυτό τον κόσμο όπου όλα ξεκινούν από το σπίτι, τον οίκο, και μοιάζουν τόσο οικεία, το ανοίκειο ενυπάρχει επίσης ως στοιχείο βασικό, συγκολλητικό, αναπόσπαστο. Ντουλάπια, αίφνης, ανοίγουν για να βγουν από μέσα τους όνειρα, φοβίες, φαντασίες, πλάσματα του νου και πλάσματα της οδύνης. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος ή τι μπορεί να βγει μέσα από ένα ψυγείο. Ποια μνήμη θα αναδυθεί, ποια πρώτη εικόνα, όταν ξαφνικά ανοίξει μια πόρτα, ποιο φάντασμα θα βγει κάτω από ένα κρεβάτι, ποιο τραύμα θα εμφανιστεί από ένα σώμα που γυμνώνεται, από ένα νέον φως που ανάβει, από έναν τοίχο που κόβεται, από μια μπανιέρα που απ’ το τίποτα ξεχειλίζει νερό, από μια μικρή κίνηση που επαναλαμβάνεται. Ζούμε με τα όνειρα, ζούμε με τα όνειρα, ζούμε με τα όνειρα. Και οι χειροτεχνίες του καθημερινού, οι μικρές μας κινήσεις δεν είναι παρά οι επιβιώσεις τους, κάθε κίνηση ένα αγκυράκι ικανό να σύρει δίχτυα ατέλειωτα από μνήμη-τραύμα-φαντασία, όλα αυτά τα δίχτυα που μέσα τους κάποτε ξύπνησες χωρίς να θυμάσαι εαυτό πριν απ’ αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι πιο ρεαλιστικό απ’ αυτήν τη συνθήκη. Και να, γιατί, σ’ αυτό τον κόσμο που ξεδιπλώνεται και σε κυκλώνει, είναι ανόητο να μιλήσεις για στοιχεία ρεαλιστικά, αλληγορικά και φανταστικά. Όλο αυτό που βλέπεις στη σκηνή, το καταλαβαίνεις σιγά σιγά, είναι ρεαλισμός, με την έννοια ότι είναι μια υπαρξιακή πραγματικότητα, τόσο στέρεα δομημένη και τόσο γενναιόδωρα μοιρασμένη, που συνέχεται από την ειλικρίνειά της. Αν, δηλαδή, η βαθύτερη ειλικρίνεια, η πιο δύσκολη και πιο πραγματική εξομολόγηση, είναι αυτή που ξέρει να ξανασκέφτεται, να επαναλαμβάνει, και εν τέλει να μοιράζεται, τους όρους της κατασκευής της.
Καταλαβαίνω γιατί το αθηναϊκό κοινό αισθάνθηκε τόσο γνώριμες αυτές τις σπιτικές υπερπαραγωγές, αυτό το υπερθέαμα στο σπιρτόκουτο⋅ μετά από χρόνια με την (ελληνική) οικογένεια να αντιμετωπίζεται σαν βόμβα έτοιμη να σκάσει μέσα σε βρισιές, χειρονομίες και υβρεολόγιο, εδώ είχαμε μια επιστροφή στην οικογένεια-κουκούλι. Όχι, βεβαίως, ότι κι εδώ τα πράγματα ήταν απλούστερα ή, έστω, λιγότερο τραυματικά. Στην τριλογία που αποτελούν τα έργα Ragada, Goodbye, Lindita και Taverna Miresia - Mario, Bella, Anastasia, o Μπανούσι μας κάλεσε στα κουκλόσπιτά του – κοίτα να δεις, μας είπε, εγώ μ’ αυτά επιβίωσα. Κοίτα να δεις, μας είπε επίσης, την παράξενη διαδικασία, με την οποία το σπίτι δεν είναι πια λιμάνι, δεν είναι εκεί που φτάνεις ή που γυρίζεις, μα γίνεται αυτό απ΄ όπου ξεκινάς να πονάς. Κι όπου μαθαίνεις να επουλώνεις.
Still from Goodbye, Lindita (2023)
Μας κάλεσε να δούμε ένα παιδί που παίζει, ένα παιδί που φοβάται, ένα παιδί που ζει με τον τρόμο του πένθους που θα έρθει και που το ξέρει καλά, διότι θα είναι μπλεγμένο με το πένθος που ήδη γνωρίζει. Μαζί κι ένα παιδί που τα κατάφερε, που επέζησε, ένα παιδί που στον κόσμο του φτιάχνει ένα τεράστιο σκηνικό στη βάση του οποίου η αναπαράσταση, σιγά σιγά και με επίμονη τεχνουργία, με χειροτεχνικά ευρήματα και επιτελεστικές ασκήσεις, η αναπαράσταση λοιπόν, μέσα από όλα αυτά, γίνεται επανόρθωση. Φάρμακο. Με τον ίδιο τρόπο, η σιωπή, αυτό το τόσο βασικό στοιχείο τούτων των παραστάσεων, γίνεται φωνή, αφήγηση, τραγούδι, κάποτε και το ουρλιαχτό που δεν του επέτρεψαν να ακουστεί όταν έπρεπε, όμως τώρα απαιτεί η χωρίς ήχο κραυγή του επιτέλους να καταγραφεί. Όπως η αναπαράσταση γίνεται επανόρθωση, έτσι και η σιωπή, σε αυτή την τριλογία, γίνεται παρρησία.
Κι αυτό το τελευταίο το γράφω γιατί ενώ θα μπορούσα να αραδιάσω τόσες ακόμα παραγράφους με λυρικοθεωρητικές περιγραφές εμπνευσμένες από τη θεατρική πράξη και τις εικόνες του Μπανούσι, βρίσκω πιο δύσκολο να ανοίξω το άλλο μεγάλο θέμα αυτών των παραστάσεων, που είναι η πολιτική τους θέση. Κάπου στη μέση του Goodbye Lindita, για παράδειγμα, ο ίδιος φεύγει από τη θέση του στο κοινό και ανεβαίνει στη σκηνή – για να στηρίξει, να βοηθήσει να τελειώσει αυτό το μακρύ και βουβό μοιρολόϊ⋅ όμως και γιατί αυτές οι παραστάσεις είναι κομμάτι από το σώμα του. Μας δίνει έτσι χώρο, μας αφήνει να συμμετάσχουμε, να συγκινηθούμε, να «ταυτιστούμε», να παρακολουθήσουμε τόσο πολύ τη λυρική πλευρά αυτής της τελετουργίας. Στην αυτοβιογραφική της ένταση όμως, στην πύκνωση των σημείων που δεν λειαίνουν, αντίθετα, επιμένουν, αναδύεται επίσης μια δραματική καταγραφή επιβίωσης, αντίστασης και τρομερής επιμονής, όσο και μια επική, κοινοτική ιστορία μετανάστευσης, συμπόρευσης, σκληρής εργασίας, οικονομικής δυσκολίας και βουβού πόνου.
Στις ραγάδες του δέρματος, στις καμπύλες και τις δυσκαμψίες των σωμάτων, μα και στην περήφανη επιμονή τους, στα μητρικά κάπα, τα λάμδα και τα ρο αυτής της ευρύχωρης ελληνοαλβανικής γλώσσας, στις κινήσεις και τα μικρά αγγίγματα του ίδιου του Μπανούσι όταν ανεβαίνει στη σκηνή, στις χαραγματιές των τοίχων, στα φευγαλέα τραγούδια, στην επιφάνεια των απλών αντικειμένων – πόσο λάμπει, δες, μια ηλεκτρική σκούπα, ένα τραπέζι, ένα μπουκέτο λουλούδια – εκεί μπορείς να αφουγκραστείς μια άλλη ιστορία, που είναι ταξική, μεταναστευτική, εθνοτική και διεθνοτική, ερωτικά αντικανονιστική και χρονικά έκκεντρη. Μαζί με τη Λιντίτα, τη μάνα, τη μητριά, τις νύφες και τις νεράιδες, βγαίνουν κι αυτές στο κέντρο της σκηνής: η εργατική τάξη, η αλβανική μετανάστευση, η λοξή επιθυμία και η αντικανονική χρονικότητα – ο αφηγηματικός χρόνος δηλαδή που τόσο άνετα μπερδεύει παρελθόν, παρόν και μέλλον, ακριβώς γιατί τα υποκείμενά του δεν έχουν καταγραφεί στο επίσημο αρχείο και τη μεγάλη γραμμική Ιστορία.
Still from Goodbye, Lindita (2023)
Γιατί αυτή η τριλογία δεν είναι μόνο η τριλογία του πένθους, της μνήμης και της μνημολογίας. Είναι επίσης ένα έργο για την εθνοτική, την έμφυλη και τη φυλετική ταυτότητα και είναι, και σ’ αυτό, γενναιόδωρη. Παίρνει αυτό που θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα του αποκλεισμού, του ρατσισμού, της καταπίεσης και της περιθωριοποίησης, το ενσωματώνει και στο ξαναπροσφέρει ως ηθική χειρονομία – ιδίως αν σκεφτούμε ότι έχει δημιουργηθεί με πρώτο συνομιλητή το κοινό στην Ελλάδα. Θυμηθείτε, αφού έχετε δει όλο το έργο, τις πρώτες σκηνές του Goodbye, Lindita. Η σιωπή δεν είναι (πια) καταγγελία για όλους αυτούς τους ανθρώπους που καταδικάστηκαν, τόσες δεκαετίες, να μιλούν χαμηλόφωνα – γίνεται ο χώρος που μας καλεί να συνομιλήσουμε, να αναγνωριστούμε ως (ανοίκεια) οικείοι. Τα κομμένα τραγούδια και οι λίγες φράσεις στα αλβανικά δεν εκθέτουν (πλέον μόνο) την απαγόρευση, ουσιαστικά, μιας γλώσσας και μιας κουλτούρας από την ελληνική δημόσια σφαίρα τριαντατόσα χρόνια τώρα, μα μοιράζονται σαν σπαράγματα ποιητικής, σε καλούν δηλαδή να τα ξανασυναρμολογήσεις ως γλώσσα της μνήμης και της συνύπαρξης – καλώντας για λίγο να μην νοιώθονται τα τείχη εθνικισμού και ρατσισμού που έχουν χτιστεί για να την αποκλείουν. Η καταπίεση και ο ρατσισμός αποσυντίθεται από την παρρησία αυτών των σωμάτων, που κάνουν τη χάρη να σε σεβαστούν καθώς (έστω για λίγο) δεν θυμίζουν πόσο δεν τα σεβάστηκαν. Κι η μοναξιά του αγοριού δεν είναι (πια απλώς) ένα αποτέλεσμα του μπούλινγκ, της διάκρισης, της φοβίας, της πατριαρχίας⋅ έχει μεταμορφωθεί σε μια θαρραλέα γραμματική επιβίωσης, σ’ έναν ολόκληρο, μαγικό, και πλέον τόσο κοινοτικό, κόσμο.

Still from Ragada (2022)
Dimitris Papanikolaou is Professor of Modern Greek and Comparative Cultural Studies at the University of Oxford. He has written on literature and popular music in France and Greece, on Cavafy and the poetics of homosexuality, on the representation of Greek family in recent film, theatre and literature, and on the recent new wave of Greek cinema, also referred to as the 'Weird Wave'.